αερομαχία


αερομαχία
[аэромахиа] ουσ. в. воздушный бой.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αερομαχία" в других словарях:

  • αερομαχία — η Στρ. η μάχη στον αέρα, η μάχη που δίνεται ανάμεσα σε αεροπλάνα …   Dictionary of Greek

  • αερομαχία — η μάχη ανάμεσα σε αεροπλάνα: Στη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου έγιναν πολλές αερομαχίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀερομαχίας — ἀερομαχίᾱς , ἀερομαχία air battle fem acc pl ἀερομαχίᾱς , ἀερομαχία air battle fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αερομάχος — ο 1. είδος γερακιού 2. (για πρόσωπα) αερολόγος, αεροκόπος 3. μαχητής στον αέρα, μαχόμενος με ή σε αεροπλάνο, αυτός που συμμετέχει σε αερομαχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αέρας + μάχος < μάχομαι. ΠΑΡ. νεοελλ. αερομαχία, αερομαχώ] …   Dictionary of Greek

  • αερομαχητικός — ή, ό [αερομαχία] ο σχετικός με την αερομαχία ή ο ικανός γι’ αυτήν …   Dictionary of Greek

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • αερομαχώ — ( έω) [αερομάχος] 1. ματαιοπονώ 2. μάχομαι στον αέρα, διεξάγω αερομαχία …   Dictionary of Greek

  • μάχομαι — (ΑM μάχομαι) 1. διεξάγω ή συνάπτω μάχη, κάνω πόλεμο, πολεμώ 2. καταβάλλω έντονες προσπάθειες για να φέρω κάτι σε πέρας, πασχίζω να πετύχω κάτι, αγωνίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω τους σκοπούς μου, καταβάλλω μεγάλους κόπους ώστε …   Dictionary of Greek

  • Γκριγκ, Γιόχαν Νόρνταλ — (Johan Nordahl Grieg, Μπέργκεν 1902 – Βερολίνο 1943).Νορβηγός συγγραφέας. Yπήρξε πολεμικός ανταποκριτής στη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων της Κίνας και της Ισπανίας, στον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ αγωνίστηκε για την ελευθερία της Νορβηγίας και… …   Dictionary of Greek

  • Νίβεν, Ντέιβιντ — (David Νiven, Κιριρμούιρ, Σκοτία, 1910 – 1983). Βρετανός ηθοποιός. Η πρώτη του αξιομνημόνευτη εμφάνιση έγινε με τη συμμετοχή του στο έργο Αερομαχία του δυτικού μετώπου (1938), με τον Ε. Φλιν. Το παρουσιαστικό του και οι φλεγματικές του ερμηνείες… …   Dictionary of Greek